Μεταλλοτεχνία
Χωρίς κατηγορία

Η ιστορία της μεταλλοτεχνίας

Ο άνθρωπος γνώριζε την ύπαρξη των αυτοφυών μετάλλων ήδη από τα προϊστορικά χρόνια. Όμως η μετάβαση στα ιστορικά χρόνια έγινε όταν κατάλαβε πως μπορούσε να παράγει πολύ χρήσιμα αντικείμενα δουλεύοντας τα μέταλλα στο καμίνι και στο αμόνι. Έτσι έκανε την εμφάνισή της η μεταλλοτεχνία ως δραστηριότητα για την παραγωγή όπλων, οικιακών σκευών και κοσμημάτων. Η εμφάνιση της μεταλλοτεχνίας σήμανε για τον άνθρωπο το πέρασμα στην εποχή του πολιτισμού.
Τα πρώτα αντικείμενα φτιαγμένα από χαλκό βρέθηκαν στην Μεσοποταμία, στην περιοχή του σημερινού Ιράκ και χρονολογούνται από το 8700 π.Χ. Αρχαιολογικές έρευνες έχουν αποκαλύψει συστηματικές καμινεύσεις μεταλλευμάτων στην Μικρά Ασία που χρονολογούνται από την πέμπτη χιλιετία π.Χ. Πρόκειται για την ύστερη Εποχή του Λίθου, που είναι γνωστή ως Χαλκολιθική περίοδος.
Πολύ αργότερα, γύρω στο 3200 με 2800 π.Χ., ο άνθρωπος πέρασε στη λεγόμενη Εποχή του Χαλκού, όταν ανακάλυψε πώς να παράγει κρατέρωμα (μπρούτζος) με την ταυτόχρονη αναγωγή (καμίνευση) μεταλλευμάτων χαλκού, κασσίτερου και αρσενικού. Από το 2000 π.Χ μέχρι το 1500 π.Χ. ο χαλκός και ο ορείχαλκος διαδόθηκαν στη ΒΔ Ευρώπη, την Ινδία και την Κίνα. Στην προκολομβιανή Αμερική, η μετάβαση στην Εποχή του Χαλκού έγινε γύρω στο 2000 π.Χ. στη Νότιο Αμερική (Άνδεις) και μόλις περί το 600 μ.Χ. στην Κεντρική και Βόρειο Αμερική. Τέλος, η Δυτική Αφρική εισήλθε στην Εποχή του Χαλκού πολύ αργότερα, γύρω στο 900 μ.Χ. Ο χαλκός και το κρατέρωμα χρησίμευσαν πάρα πολύ για την παρασκευή όπλων και αντικειμένων καθημερινής χρήσης, καθώς και στην Τέχνη. Πάρα πολλά αρχαία αγάλματα φτιάχθηκαν από κρατέρωμα με την τεχνική της χύτευσης σε καλούπια γεμάτα με κερί.
Ο άνθρωπος ανακάλυψε το σίδηρο για πρώτη φορά σε μετεωρίτες και άρχισε να τον χρησιμοποιεί για διακοσμητικούς σκοπούς στην Αίγυπτο και τη Σουμερία (Μεσοποταμία) γύρω στο 4000 π.Χ. Πολλά χρόνια αργότερα, γύρω στο 2500 π.Χ., οι Χετταίοι της Μικράς Ασίας άρχισαν να φτιάχνουν όπλα και άλλα αντικείμενα από χάλυβα που παρήγαγαν με αναγωγή σιδηρομεταλλευμάτων με άνθρακα χωρίς να μεσολαβήσει τήξη. Σύντομα, ο σίδηρος μεταδόθηκε και στην Αίγυπτο, με την οποία οι Χετταίοι είχαν καλές εμπορικές σχέσεις. Γύρω στο 1000 π.Χ., η παραγωγή και η χρήση του σιδήρου είχε γίνει γνωστή στην Ελλάδα και την Ινδία.
Με την μετάβαση του ανθρώπου από την Εποχή του Χαλκού στην Εποχή του Σιδήρου, η μεταλλοτεχνία έλαβε ακόμα μεγαλύτερη σημασία. Οι καλοί μεταλλουργοί γνώριζαν όχι μόνον πώς να παράγουν σίδηρο από σιδηρομεταλλεύματα, αλλά και πώς να δουλεύουν το μέταλλο που παρήγαγαν (σπογγώδης σίδηρος), ώστε να το διαμορφώνουν στο επιθυμητό σχήμα και να του δίνουν την απαραίτητη σκληρότητα. Αυτό το πετύχαιναν με ενανθράκωση της επιφανείας του σπογγώδους σιδήρου εν θερμώ, οπότε ο σίδηρος γίνονταν χάλυβας, και κατόπιν με βαφή (απότομη ψύξη) του ερυθροπυρωμένου μετάλλου. Πολύ καθαρός χάλυβας με υψηλή περιεκτικότητα σε άνθρακα (1,5% κ.β.) άρχισε να παράγεται στη Νότιο Ινδία και την Σρι Λάνκα γύρω στο 300 π.Χ. Ο ινδικός χάλυβας, γνωστός στα αγγλικά ως wootz steel, χρησίμευσε για την παραγωγή των αραβικών δαμασκηνών σπαθιών, τα οποία ήταν φόβος και τρόμος για τους Σταυροφόρους (1000–1400 μ.Χ.).
Ο χρυσός και ο άργυρος ήταν επίσης γνωστά μέταλλα από την αρχαιότητα. Ο χρυσός πρωτοχρησιμοποιήθηκε από αρχαίους Θράκες στη σημερινή Βουλγαρία γύρω στα 4000 π.Χ. Αργότερα άρχισαν να τον χρησιμοποιούν οι Σουμέριοι (3000 π.Χ.) και οι Αιγύπτιοι (2500 π.Χ.) για την παραγωγή κοσμημάτων. Οι τελευταίοι άρχισαν χρησιμοποιούν τον χρυσό και ως ανταλλάξιμο είδος, ως χρήμα δηλαδή. Γύρω στο 600 π.Χ. έκαναν την εμφάνισή τους και τα πρώτα νομίσματα, αρχικά στην Λυδία της Μικράς Ασίας και από εκεί στην Ιωνία και στον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο. Τον ίδιο καιρό, δηλαδή γύρω στο 600 π.Χ., εμφανίστηκαν επίσης και τα πρώτα νομίσματα στην Κίνα και την Ινδία. Τα πρώτα νομίσματα ήταν φτιαγμένα από ήλεκτρο, ένα φυσικό κράμα χρυσού–αργύρου σε αναλογία 55:45 με μικρές προσμείξεις χαλκού (1–2% κ.β.). Τα νομίσματα είχαν πολύ μεγάλη αξία: ο λυδικός στατήρ, που ζύγιζε 14,1 g και ήταν φτιαγμένος από ήλεκτρο, αντιστοιχούσε στον μηνιαίο μισθό ενός στρατιώτη ή σε δέκα αργυρά νομίσματα.
Εκτός από το χαλκό, το σίδηρο, το χρυσό και τον άργυρο, τα άλλα τέσσερα μέταλλα της αρχαιότητας ήταν ο υδράργυρος, ο μόλυβδος, ο κασσίτερος και ο ψευδάργυρος. Ο υδράργυρος ήταν το αγαπημένο μέταλλο των αλχημιστών, ενώ κάποια φυσικά ορυκτά του χρησίμευαν ως συντηρητικά ή χρωστικές ουσίες. Ο μόλυβδος εξορύσσονταν μαζί με τον άργυρο, αλλά η αξία του ήταν μηδαμινή μέχρι που οι Ρωμαίοι άρχισαν να τον χρησιμοποιούν για την κατασκευή σωλήνων ύδρευσης. Όσο για τον κασσίτερο και τον ψευδάργυρο, τα δύο αυτά μέταλλα ήταν μάλλον γνωστά ως κραματικά ορυκτά και όχι ως ξεχωριστά μέταλλα. Η μεταλλοτεχνία ως τέχνη ήκμασε σε περιόδους οικονομικής και πολιτιστικής ακμής, όπως π.χ. κατά την κλασική αρχαιότητα (5ος – 4ος αι. π.Χ.), κατά την ελληνιστική και ρωμαϊκή εποχή (3ος αι. π.Χ. – 4ος αι. μ.Χ.), κατά την Αναγέννηση (15ος αι. μ.Χ.), κατά την περίοδο της βιομηχανικής επανάστασης (18ος – 19ος αι.), κ.λπ. Δεν πρέπει να αγνοηθεί επίσης το γεγονός ότι η μεταλλοτεχνία ήκμασε και σε πολιτισμούς λιγότερο γνωστούς, όπως π.χ. στην Άπω Ανατολή και στην Προκολομβιανή Αμερική.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *